ισορροπώ


ισορροπώ
[исорропо] р. быть в состоянии равновесия,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ισορροπώ" в других словарях:

  • ισορροπώ — ισορροπώ, ισορρόπησα, ισορροπημένος βλ. πίν. 73 Σημειώσεις: ισορροπώ : η μτχ. ισορροπημένος χρησιμοποιείται ως επίθετο → αυτός που έχει ή φανερώνει διανοητική ή ψυχική ισορροπία …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ισορροπώ — (ΑΜ ἰσορροπῶ, έω) [ισόρροπος] 1. έχω ισορροπία 2. εξουδετερώνω αντίθετες δυνάμεις, αντισταθμίζω νεοελλ. (η μετχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) ισορροπημένος, η, ο αυτός που έχει διανοητική ισορροπία, λογικός, μετρημένος …   Dictionary of Greek

  • ισορροπώ — ισορρόπησα, ισορροπημένος 1. μτβ., επιφέρω ισορροπία: Ισορροπούμε το ζυγό. 2. αμτβ., βρίσκομαι σε ισορροπία: Ο ζυγός ισορροπεί. 3. μτφ., βρίσκομαι σε καλή διανοητική κατάσταση: Ισορροπημένος άνθρωπος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἰσορρόπω — ἰσόρροπος in equipoise masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἰσόρροπος in equipoise masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσορρόπῳ — ἰσόρροπος in equipoise masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσορρόπωι — ἰσορρόπῳ , ἰσόρροπος in equipoise masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντιζυγώ — ἀντιζυγῶ ( όω) (AM) [αντίζυγος] αντισταθμίζω, ισορροπώ …   Dictionary of Greek

  • αντιρρέπω — ἀντιρρέπω (Α) 1. ρέπω προς το αντίθετο μέρος 2. ισορροπώ …   Dictionary of Greek

  • αντισταθμίζω — (Α αντισταθμίζω) ισοσταθμίζω, ισορροπώ …   Dictionary of Greek

  • αντισταθμώ — ἀντισταθμῶ ( άω) (Α) κ. ώμαι (Μ) αντισταθμίζω, ισορροπώ …   Dictionary of Greek